διαγραμμίζω

διαγραμμ-ίζω,
A divide by lines: hence, play at chequers, Philem. 209.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαγραμμίζω — (AM διαγραμμίζω) διαιρώ με γραμμές, χαρακώνω αρχ. παίζω πεσσούς, ντάμα …   Dictionary of Greek

  • διαγραμμίζω — διαγράμμισα, διαγραμμίσθηκα, διαγραμμισμένος, χωρίζω με γραμμές για να διαιρέσω κάτι, χαρακώνω: Ο δρόμος αυτός είναι πολύ επικίνδυνος, γιατί δεν έχουν διαγραμμίσει τις λωρίδες κυκλοφορίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαγραμμίζει — διαγραμμίζω divide by lines pres ind mp 2nd sg διαγραμμίζω divide by lines pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγραμμίζειν — διαγραμμίζω divide by lines pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.